Η κυριά Μαρούλα που την Επισκοπή



Λάδωσα τις μηχανές και βγήκα για λαδί φέτος. Δεύτερη φορά στην ζωή μου αλλά πρώτη που ακολούθησα την διαδικασία απ την αρχη ως το τελος. Σπουδαίο πράγμα, στα όρια της περηφάνιας να κρατάς στα χεριά σου τον καρπό της γης μεταμορφωμένο σε κάτι ωφέλιμο. Συνένοχος στο έγκλημα ο Χρήστος, προγραμματιστής μεγατόνων, μέσα σε όλα και αδελφός της γυναίκας μου.


Δυο μέρες μάζεμα δια χειρός καταλήξαμε στο ελαιοτριβείο της Επισκοπής γύρω στις εφτά το βραδύ. Απ την ώρα που θα ζυγιστούν οι ελιές χρειάζονται περίπου 2 ώρες για να τρέξει το λαδί απ την κάνουλα.


Ζυγίσαμε λοιπόν… 203 κιλά! Δεν είναι πολλά για τους σοβαρούς παίχτες αλλά εμείς είμασταν χαρούμενοι. Υπολογίζαμε γύρω στα 150. Στα μαθηματικά της ελιάς μεταφράζετε σε 40 με 50 λίτρα λαδί αναλόγος της ελιάς και της βροχής. Αν μαζέψεις τις ελιές μετα από βροχές ο καρπός έχει μέσα παραπάνω νερό το οποίο διαχωρίζετε στην φυγόκεντρο. Εκεί δηλαδή που χωρίζεται το λαδί από το νερό.


Πήραμε τον αριθμό 54 στην γραμμή παραγωγής Κένταυρος. Δεν είχε πολλή κόσμο, ήταν αργά και ήταν Σάββατο…η σφαγή συνηθώς γίνεται την Κυριακή. Ο Χρήστος εκτός των άλλων είναι και άτομο που μπαίνει σε ένα χώρο και πρέπει να μιλήσει σε όλους, το αντίθετο με μένα. Η πρώτη ώρα πέρασε κουβεντιάζοντας με το 51 το 52 και το 53. Μείναμε μονοί για κανένα μισάωρο σκουλισμένοι στα φούτερ μας και να σου το 55… μπαίνει τραβώντας ένα καροτσάκι που επάνω του είχε δέκα εικοσαλιτρα δοχεία… 200 λίτρα…χίλια κιλά ελιάς το 55! Κάθισε διπλά μας. Ρωτά ο Χρήστος


- Μα εμαζεψες έναν τόνο ελιά?

- Ναι γιε μου.

- Ποσά άτομα?

- Τρία, χαμογελώντας με μια αγνή περηφάνεια

- Πόσες μέρες θεία?

- Δυο μέρες γιε μου.

- Τζε που εν οι ελιές σου?

- Δαμε, στην Επισκοπή


Κοιταχτήκαμε με τον Χρήστο και του λέω «κάτι λάθος κάμνουμε ρε φιλέ!» Έμεινα για λίγο να παρατηρώ το 55, την κυρία Μαρούλα που την Επισκοπή. Πρέπει να ήταν γύρω στα 65, η τουλάχιστο αυτά τα χρονιά μέτρησα στις ρυτίδες του γλυκού της προσώπου. Μαλλί καρέ του χωραφιού. Ξέρεις το καρέ με φράντζα που χτενίζεται βιάστηκα στις 6 το πρωί και που τραβά την υγρασία και το χώμα της φύσης όλη μέρα. Γκρίζο το χρώμα χωρίς συνθετικά. Ρούχα ουδέτερα βγαλμένα από ασπρόμαυρη φωτογραφία που κιτρίνισε στον χρόνο, μια κούραση στους ώμους και χέρια αδρά, της δουλείας. Μάτια σπινθηροβόλα, χαρούμενα και αληθινά.



Ένας ήχος λαμαρίνας χτύπησε στον Κένταυρο. Κρέμασε ο χειρίστης το 54 πίσω απ την κάνουλα! Ήταν η ώρα μας. Η ώρα να τρέξει το λαδί το δικό μας. Γεμίσαμε το πρώτο 20-λίτρο. Γεμίσαμε και το δεύτερο. Τα 40 τα ‘χούμε! Ξεκίνησε να γεμίζει και το τρίτο 20-λίτρο. Έφτασε στην μέση και στέρεψε. 50 λίτρα η σοδειά! Not bad!


Απ την χαρά μας αγοράσαμε επι τόπου 5 διλιτρα δοχεία να πάρουμε το λαδί μας σε παππούδες και γονείς. Να φουμισουμε το λαδί μας...το γνωστό show off! Ξεκινήσαμε την μετάγγιση απ’ το μεγάλο μισοάδειο στα μικρά και η κυρία Μαρούλα μας έβλεπε με νοσταλγικό χαμόγελο. Άπειροι όμως και από φόβο μην χυθεί το λαδί δεν γεμίζαμε τα μικρά δοχεία ως πάνω. Πριν καλά καλά τελειώσουμε το βλέμμα της κυρίας Μαρούλας θόλωσε ξαφνικά. Αρπάζει το ένα διλιτρο και το βάζει κάτω απ’ την κάνουλα της!


- Εεε! Τι κάμνεις, της λέει ο Χρήστος.

- Εν αντροπη ρε να τους τα πάρετε οφκερα. Φερτέ τα ουλλα δαμε να σας τα γεμωσω.

- Γεμωνουμεν τα που το δικό μας κυρία Μαρούλα, έχουμε πολλή, απάντησα αμήχανα

- Το δικό σας μα το πάρετε σπίτι σας. Ατε, φερτέ τα δα τζε ουσσουτε

Επιβλήθηκε η κυρία Μαρούλα. Δεν διαπραγματευόταν.


Τα σφραγίσαμε, την καληνυχτίσαμε και φύγαμε.


Έχει τρεις μέρες τώρα που σκέφτομαι ώρες ώρες την κυρία Μαρούλα που την Επισκοπή. Την σκέφτομαι σε αντιπαραβολή με την ταυτότητα μας ως κύπριοι σήμερα. Ήταν εποχές που ο Κύπριος ήταν περήφανος και ζούσε στην αφθονία αυτών που είχε. Ήταν εποχές που η καλοσύνη ήταν αγνή και ήταν τρόπος επιβίωσης. Εγώ κάμνω λαδί και εσύ χαλούμι. Ήταν εποχές που ο κόπος και ο μόχθος ήταν ο μονός τρόπος επιβίωσης. Μικροί μεγάλοι να βοηθήσουν για να γυρίσει ο τροχός.. Ήταν εποχές που ο κύπριος σε κοιτούσε στα ματιά και καταλάβαινες αν σε αγαπούσε η αν σε μισούσε. Εποχές που η φύση ήταν κομμάτι απ’ την σάρκα μας. Υπήρχε μια αυθεντία, μια περηφάνεια και μια αλήθεια.


Ποιος είναι ο κύπριος που ζει σε τούτο τον τόπο σήμερα…Προσπαθώ να τον ταυτοποίησω αλλά δεν βρίσκω πολλά θετικά. Δεν λέω πως χάθηκαν οι καλοί άνθρωποι αλλά πως χάθηκε η καλοσύνη. Έχει διαφορά. Η σύγχρονη διαδρομή που το εμείς στο εγώ έχει το κόστος της. Η αφθονία αυτών που έχουμε δεν είναι αρκετή και ζούμε στην μιζέρια για αυτά που δεν έχουμε.


Πως μας κατάντησε η «εξέλιξη» έτσι… για μένα το λέω και για σένα.


Για μας τους κάτοικους μιας χωράς με ξεθωριασμένη ταυτότητα

37 views0 comments

Recent Posts

See All